Λέξεις, σκέψεις κι άλλα...

Λέξεις, σκέψεις κι άλλα...
Wheat Field with Crows, Vincent van Gogh 1890

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

La chimera

Είχα καιρό να γράψω σε αυτόν εδώ τον τόπο. Ένας αληθινός πόλεμος κι ένας ακόμη πιο αληθινός θάνατος απορρόφησαν κάμποση από τη δημιουργική μου διάθεση. Κάποτε, σε στιγμές διαύγειας ή ανάπαυλας με καταλάμβαναν ιδέες που σημείωνα για μελλοντικά γραπτά. Όλα μου τα σχέδια όμως παρέμεναν πρόχειρα, αδούλευτα, μισογραμμένα. Κάποια είναι πλέον και ανεπίκαιρα γύρω μου κι εντός μου... Ας πούμε πως απλά μέτραγα τον χρόνο του πένθους μου με ότι είχα εύκαιρο.


Andrea Ponsi's Solar Image Clock http://andreaponsi.it/home_content.html


TEMPORA METIMUR
SONITU UMBRA
PULVERE ET UNDA
NAM SONUS ET LACRIMA
FULVE ET UMBRA SUMUS

Μετρούμε τις ώρες/ 
με τον ήχο με την σκιά/ 
με τη σκόνη και το κύμα/ 
γιατί οι ίδιοι είμαστε από σκόνη και σκιά/ 
και θόρυβο και δάκρυα και τίποτε άλλο.

Επιγραφή σε ηλιακό ρολόι.

Sebastiano Vassali: La chimera (Η χίμαιρα). Εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Ο Μαραμπού και η Πριγκίπισσα: ένα γοητευτικό παραμύθι.

Σε πολλά blogs και διάφορες ιστοσελίδες αναπαράγεται σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο μια εκδοχή σχετικά με την επιλογή του "μαραμπού" ως ονομασία του ποιήματος και της ομώνυμης συλλογής του Νίκου Καββαδία. Ξέρετε δα, πως είναι αυτά τα πράγματα στο διαδίκτυο. Κάποιος μπορεί να αντιγράψει και να επικολλήσει ολόκληρα κείμενα, χωρίς καν να μπει στον κόπο να αναφέρει την προέλευσή τους. Οι δε πληροφορίες που αναμεταδίδονται χωρίς αναφορά στην πηγή τους, συχνά, φαίνονται πιο αληθοφανείς από τις άλλες. Το ενδιαφέρον είναι ότι, όπως το διαδίκτυο έχει κατακλύσει και κάθε άλλη δραστηριότητα, κάποιες από αυτές τις πληροφορίες θα γοητεύσουν και θα περάσουν - όπως θα δείτε και παρακάτω - και στον έντυπο λόγο, στο βιβλίο. Αυτές πλέκουν τα σύγχρονα "παραμύθια" του διαδικτύου. Τα ονομάζω "παραμύθια" χωρίς διάθεση ειρωνική. Παραμύθια γιατί μας γοητεύουν, μας προσφέρουν μια φανταστική εκδοχή της ζωής, μας παρηγορούν από το βάρος της.

Η εκδοχή λοιπόν, αυτή είναι περίπου η εξής: ο ποιητής ήταν φίλος με την πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη και την επισκεπτόταν στην έπαυλή της στην Αντίμπ όταν ταξίδευε στη Μασσαλία. Η πριγκίπισσα είχε ήδη δημοσιεύσει ένα αυτοβιογραφικό, ψυχαναλυτικό κείμενο, στο οποίο το πουλί μαραμπού διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο σε ένα όνειρο ή ψευδαίσθησή της (αν και αυτό τις περισσότερες φορές δεν αναφέρεται). Ο ποιητής δεν είχε ακόμη ταξιδέψει στους τροπικούς και άρα δεν είχε δει αυτά τα πουλιά. Τον ενέπνευσε λοιπόν η πριγκίπισσα;

Στις περισσότερες ιστοσελίδες, που αναφέρονται σχετικά, διαβάζουμε ανάμεσα στις γραμμές μια συγκρατημένη σιγουριά: "εκεί συναντούσε τη φίλη του ψυχαναλύτρια Μαρία Βοναπάρτη, στην οποία, κατά μία εκδοχή, οφείλεται και η έμπνευση του τίτλου της συλλογής Μαραμπού...". 
Κάποτε διαφαίνεται ένα κλείσιμο του ματιού μέσα από μια αμυδρή αμφιβολία: "σ’ αυτήν πιθανότατα να οφείλεται ο τίτλος ενός από τα πιο σημαντικά ελληνικά ποιήματα, το "Μαραμπού" του Νίκου Καββαδία" ή αλλού “μάλλον δεν τα είχε δει να πετάνε. Πρέπει να τα είδε σε φωτογραφία που τράβηξε ο Νίκος Εγγονόπουλος την φίλη του Μαρία Βοναπάρτη που είχε φόντο τα μαραμπού”. 
Άλλοτε πάλι συναντούμε μια επινίκια κραυγή: "Με τη Μαρία Βοναπάρτη ο Καββαδίας είχε γνωριστεί σ' ένα ταξίδι του στη Μασσαλία κι είναι πολύ έως τελείως σίγουρο, πως από εκεί εμπνεύσθηκε το θέμα του ποιήματος".

Όταν πρωτοδιάβασα αυτήν την εικασία, ενθουσιάστηκα. Γοητεύτηκα από την πιθανότητα να είναι αληθινή. Την αναπαρήγαγα μάλιστα αρχικά (με κάποιες επιφυλάξεις είναι η αλήθεια) και σε αυτό το μπλογκ στις Καρτ ποστάλ από τα λιμάνια του Καββαδία. Λόγω αυτής ακριβώς της γοητείας θέλησα να μάθω περισσότερα. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω την πηγή της πληροφορίας. Και τότε ανακάλυψα ένα σύγχρονο διαδικτυακό παραμύθι, κάτι που με γοήτευσε επίσης, για διαφορετικούς λόγους αυτή τη φορά. Άλλωστε δεν πρόκειται για καμιά διαφήμιση... Για μια φαντασίωση πρόκειται, για ένα σάλτο στις μυθικές ζωές των ηρώων που αγαπάμε - κι ο Καββαδίας για τους περισσότερους είναι τέτοιος ήρωας: ο ναυτικός ποιητής που έκανε ποίηση τα βιώματά του.

Η πριγκίπισσα

Και η Μαρία Βοναπάρτη έχει επίσης μια μυθική διάσταση. Εγγονή του Λουδοβίκου Βοναπάρτη και σύζυγος του πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδας, αναλυόμενη και μαθήτρια του Φρόυντ, τον οποίο, με τις γνωριμίες, το κύρος και τον πλούτο της, έσωσε από το μένος των ναζί. Έχει μάλιστα γυριστεί και κινηματογραφική ταινία με τίτλο "Princesse Marie" (2004), σε σκηνοθεσία του Benoît Jacquot, με πρωταγωνιστές την Catherine Deneuve ως Μαρία Βοναπάρτη και τον Heinz Bennent ως Σίγκμουντ Φρόυντ. 




Ειδικά δε στους κύκλους των Ελλήνων ψυχαναλυτών η Μαρία Βοναπάρτη είναι πολύ αγαπητή, αφού συνδέεται με την εισαγωγή της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και άλλους πρωτοπόρους της εποχής.

To 1928 η πριγκίπισσα, που κάνει ήδη ψυχανάλυση με τον Φρόυντ και έχει ήδη ενταχθεί ενεργά στο ψυχαναλυτικό κίνημα, δημοσιεύει ένα άρθρο της στο νεοσύστατο τότε ψυχαναλυτικό περιοδικό Review Psychanalytique, όπου καταπιάνεται με ένα όνειρό της ή μια νηπιακή της φαντασίωση. Αυτή η εργασία έχει δημοσιευτεί στα ελληνικά το 1963 με πρόλογο του Ανδρέα Εμπειρίκου και πιο πρόσφατα αναδημοσιεύτηκε: Μαρία Βοναπάρτη: Ταύτιση κόρης και πεθαμένης μητέρας, Άγρα 2003.

Η πηγή του παραμυθιού

Το 2000 σε ένα ψυχαναλυτικό συνέδριο αφιερωμένο στην πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη, ανάμεσα στις ομιλίες που προσπαθούσαν να σκιαγραφήσουν το πορτρέτο της διανοούμενης και πρωτοπόρας της ψυχανάλυσης, υπήρξε και μια ομιλία του Γιώργου Ζεβελάκη. Το θέμα της ήταν "Το πέταγμα του Μαραμπού από το ντιβάνι στο κατάστρωμα" και μπορεί κανείς να την διαβάσει στις σελίδες 51-55 των πρακτικών του συνεδρίου, όπως εκδόθηκαν το 2006 από τις εκδόσεις Κέδρος στο Βασλαματζής Γ.,Μανιαδάκης Γ., Ρήγας Δ. "Μαρία Βοναπάρτη. Πρόσωπο της ιστορίας και της ψυχανάλυσης"

Ο Γιώργος Ζεβελάκης είναι συλλέκτης και ερευνητής της λογοτεχνίας, ο οποίος ειδικεύεται περισσότερο στην εποχή του μεσοπολέμου. Έχει επιμεληθεί εκδόσεις, έχει γράψει άρθρα και έχει κάνει πολλές ομιλίες σχετικά με ποιητές και λογοτέχνες της εποχής εκείνης. Ειδικότερα για τον Καββαδία έχει επιμεληθεί πολλά αφιερώματα στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τον τύπο και πιθανότατα είναι από εκείνα τα ονόματα που θα συναντήσει κανείς στο διαδίκτυο πολύ συχνά σε αναζητήσεις σχετικά με τον ποιητή. Κάπου διάβασα ότι ήταν και φίλοι. Είναι φανερό, βέβαια, ότι ο Ζεβελάκης είναι γοητευμένος από τον Καββαδία και ότι τρέφει απεριόριστο θαυμασμό γι΄αυτόν. 

Αναφέρει λοιπόν ο Ζεβελάκης στην ομιλία του κατά λέξει ότι "η λόγια προέλευση του Μαραμπού θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη γνωριμία του ποιητή με την ψυχαναλύτρια. Ο Φίλιππος Φιλίππου (...) διαβεβαιώνει ότι ο ποιητής είχε συνδεθεί φιλικά με την πριγκίπισσα και την επισκεπτόταν στην Αντίμπ, στα πρώτα ταξίδια του στη Μασσαλία. Εξ' αυτού μπορεί βάσιμα να υποτεθεί ότι από τις σελίδες του δοκιμίου της Βοναπάρτη πέταξαν "των μαραμπού τα σμήνη" στο ομώνυμο ποίημα". Κάνει μάλιστα και μία υποσημείωση και στο κάτω μέρος της σελίδας 54 γράφει: "Τελευταία δημοσιεύτηκε και μια φωτογραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου με τη  Μαρία Βοναπάρτη πλάι σε δυο πουλιά που έμοιαζαν με μαραμπού".


Η Μαρία Βοναπάρτη φωτογραφημένη από τον Αντρέα Εμπειρίκο
στις αρχές της δεκαετίας του 50. 

Και παρακάτω συνεχίζει: "Ο Καββαδίας μπορεί να συγκινήθηκε και από το μυστηριακό τους όνομα, την άκλιτη αραβική λέξη με την απότομη ηχητική ένταση και τη σημασία της: ερημίτης, ασκητής. Ίσως οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες για το θρηνώδες τους κρώξιμο να άγγιξαν τις ευαισθησίες του. Τότε που έφηβος, στα δεκαοχτώ του, πενθούσε το θάνατο του πατέρα του κι αναγκαζόταν από τα αμφιθέατρα της ιατρικής να μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό".

Ιστορικά δεδομένα

Ο Ζεβελάκης βασίζεται σε μια πληροφορία από το βιβλίο του Φίλιππου Φιλίππου: Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας, εκδόσεις Άγρα 1996, ότι ο Καββαδίας ήταν φίλος με τη Μαρία Βοναπάρτη (σελ. 139). Ο Φιλίππου βέβαια αντλεί αυτήν την πληροφορία από μία προσωπική συνομιλία του με την Έλγκα Καββαδία από το 1994, όπου εκείνη του είπε ότι ο Καββαδίας είχε αλληλογραφία με την πριγκίπισσα και ότι "όταν το καράβι του έπιανε Μασσαλία την επισκέπτονταν στην Αντίμπ όπου διέμενε" (σελ. 186). 

Αυτή η αναφορά του Φιλίππου είναι και η πρώτη και η μόνη γραπτή που, ακόμη κι αν δεν είναι ιστορικά επιβεβαιωμένη, στηρίζεται σε κάποια έρευνα. Μια άλλη γραπτή αναφορά, 14 χρόνια αργότερα - και με το διαδίκτυο να κυριαρχεί στην πληροφόρησή μας - είναι ήδη επηρεασμένη από τον μύθο. Στο επίμετρο για το βιβλίο της Celia Bertin: Μαρία Βοναπάρτη. Η ζωή της, εκδόσεις Ποταμός 2008, η θεατρολόγος και μεταφράστρια Ρούλα Τσιτούρη αναπαράγει την εικασία του Ζεβελάκη - χωρίς αναφορά - σχεδόν πανομοιότυπα: "Γνωστή είναι και η φιλία της με τον Ν. Καββαδία, τον οποίο γνώρισε στη Μασσαλία και πολύ πιθανόν να του ενέπνευσε το όνομα της ποιητικής συλλογής Μαραμπού, αλλά και η αμέριστη υποστήριξη και συμπαράσταση που προσέφερε στον Ν. Καζαντζάκη, ειδικά την εποχή που ζούσε απομονωμένος στην επαρχιακή πόλη Αντίμπ της νότιας Γαλλίας" (σελ. 508). Στην μεθεπόμενη σελίδα, βέβαια, η φιλία της με τον Καββαδία και τον Καζαντζάκη τοποθετείται στο πλαίσιο της φιλίας της με "ανθρώπους που έχουν αξία", με την "αριστοκρατία του πνεύματος". 

Ωστόσο, στο ίδιο το πόνημα της Celia Bertin ο Καββαδίας δεν αναφέρεται ούτε μία φορά ανάμεσα στα πάνω από 600 λήμματα του καταλόγου κυρίων ονομάτων. Αντίθετα, στην σχέση της με τον Καζαντζάκη στις αρχές της δεκαετίας του 50 μετά τον αφορισμό του, αφιερώνονται από τη συγγραφέα τρεις σελίδες. 

Η αχρονικότητα του παραμυθιού

Ούτε στο κυρίως κείμενο του Φιλίππου, ούτε στη σχετική σημείωση για την συνομιλία του με την Έλγκα Καββαδία αναφέρεται χρονολογία. Η φράση που χρησιμοποιεί ο Ζεβελάκης "στα πρώτα του ταξίδια" - τοποθετώντας έτσι τη γνωριμία του Καββαδία με την πριγκίπισσα πριν το γράψιμο του Μαραμπού - είναι πρόσθετη. Στις φράσεις όμως που ενδεικτικά σταχυολόγησα από τις ιστοσελίδες - όπως και σε κάθε γνήσιο παραμύθι - υπάρχει αχρονικότητα: "σε ένα ταξίδι του", "συναντούσε" κ.α. Στο ίδιο πλαίσιο είναι και η αναφορά της φωτογραφίας ως πηγής έμπνευσης για τον Καββαδία, αφού αυτή τραβήχτηκε τουλάχιστον 20 ολόκληρα χρόνια αφότου εκδόθηκε το "Μαραμπού".

Είναι προφανές ότι, αν η Μαρία Βοναπάρτη γνώριζε τον Καββαδία και διατηρούσε μαζί του κάποιες επαφές, αυτό θα οφειλόταν στην ιδιότητά του ως ποιητή. Ο Καββαδίας όμως αναγνωρίστηκε ως τέτοιος μετά τη δημοσίευση του "Μαραμπού" στα 23 του χρόνια. Ότι είχε δημοσιεύσει μέχρι τότε δεν είχε τόσο μεγάλο αντίκτυπο και ήταν κυρίως κάτω από ψευδώνυμα. 

Στη Μασσαλία ο Καββαδίας είχε ταξιδεύσει κάποιες φορές από τότε που μπάρκαρε ως "ναυτόπαις" στα 19 του - γιατί ως ασυρματιστής ταξίδεψε πολύ αργότερα, μετά τον πόλεμο. Μπορεί όμως να φανταστεί κανείς ένα εικοσάχρονο ναυτόπουλο να αναζητά μια πριγκίπισσα στην έπαυλή της; Και πολύ περισσότερο εκείνη, που ήδη πλησιάζει τα 50, να τον δέχεται και να συνδέεται με φιλία μαζί του; Εδώ απαιτούνται κοινές γνωριμίες και κάποιο κύρος, που για τον Καββαδία δεν μπορεί να είναι άλλο από την πρώτη δημοσιευμένη συλλογή του, αυτήν που του έδωσε και το λογοτεχνικό παρατσούκλι του: Μαραμπού.

Το λογικότερο λοιπόν είναι ότι η πριγκίπισσα γνώρισε τον Καββαδία μετά τη δημοσίευση του Μαραμπού. 

Η πριγκίπισσα και το μαραμπού

Η αλήθεια είναι ότι στη φωτογραφία του Εμπειρίκου τα πουλιά μοιάζουν περισσότερο με πελαργούς, με γερανούς ή με ερωδιούς. Αλλά και στην εργασία της Μαρίας Βοναπάρτη επικρατεί η ίδια ασάφεια. Η περιγραφή τιτλοφορείται "η ψευδαίσθηση του πελαργού". Σχετίζεται με ένα πουλί με μεγάλο ράμφος που έμοιαζε "με ερωδιό, με ίβιδα, με φλαμίνγκο, με μαραμπού, με πελαργό, με γερανό". Στην ανάλυση που κάνει το παρομοιάζει πότε με πελαργό, πότε με γερανό. Την απασχολεί το "ιριδίζον πτέρωμά του" (που δεν χαρακτηρίζει κανένα από αυτά τα πουλιά) και η στάση του κεφαλιού του που έμοιαζε με το βλέμμα του πατέρα της όταν την κοίταζε πάνω από τον μονύελο που φορούσε λόγω της μεγάλης μυωπίας του.

Τα μαραμπού, τα οποία τα έχει δει στον ζωολογικό κήπο, τα αναφέρει ειδικά για τα τεράστια μακρυά και μυτερά ράμφη τους: "έχουν το σοβαρό ύφος των σοφών ερευνητών (σελ. 36)". Της θυμίζουν τον πατέρας της γιατί και εκείνος ήταν "σοφός". Ωστόσο ο Καββαδίας στο ποίημα ονομάζει το μαραμπού "βλακώδες".

Στη συνέχεια της ανάλυσης της αναφέρεται ξανά και ξανά ως "μεγάλο πουλί". Είναι λοιπόν, κάπως υπερβολικό να δεχτούμε ότι η φαντασίωσή της σχετίζεται ειδικά με ένα μαραμπού.

Η πηγή της έμπνευσης του Καββαδία

Ο Γιώργος Δεληγιάννης στην εξαιρετική εργασία του Ο ναυτικός και το πρόβλημα της μοναξιάς στην ποίηση του Νίκου Καββαδία, εκδόσεις Ίδμων 2002 αναδεικνύει τα κοινά σημεία στην ποίηση του Καββαδία και των "καταραμένων" Μποντλέρ και Κορμπιέρ. Ο Καββαδίας τους διάβαζε πολύ και ήταν εμφανώς επηρεασμένος από αυτούς. Άλλωστε, το μότο της συλλογής "Μαραμπού" είναι ένας στίχος του Κορμπιέρ: "Rien n' est comme ca - matelot - pour un homme - Να είν' ο άντρας ναυτικός, τίποτα πιο ωραίο". Κι όπως λέει και ο ίδιος ο Ζεβελάκης, σε ένα άρθρο του στην Ελευθεροτυπία, αυτό υπηρετούσε "κειμενική στρατηγική του ποιητή. Προέτρεπε τους κριτικούς και τους αναγνώστες να προϊδεασθούν από τον Κορμπιέρ και τη γαλλική ποίηση αν ήθελαν να βρουν παραδείγματα για συγκρίσεις και αναγωγές" (αναφέρεται στην εξαιρετική εργασία  - επίμετρο του Νίκου Χειλαδάκη "Η τραγική κωμωδία της σύντομης ζωής του Tristan Corbière". Tristan Corbière: Άνθρωποι της Θάλασσας, εκδόσεις Εκάτη 2009).

Ο Δεληγιάννης παρατηρεί εύστοχα κοινούς συμβολισμούς, ακόμη και λεξιλόγιο. Ειδικότερα σε σχέση με το ποίημα Μαραμπού βρίσκει κοινή την προσπάθεια συνταύτισης του ανθρώπου, του ποιητή, με ένα ζώο και παραθέτει το ποίημα L' albatros του Μποντλέρ και το αντίστοιχο Le crapaud του Κορμπιέρ. "Έκφραση μοναξιάς, αντιπαράθεσης στο κοινωνικό σύνολο και αυτοσαρκασμός. Και οι τρεις ποιητές διαλέγουν ένα ζώο αλγεινό" (σελ. 62). Και το σχετικό τους λεξιλόγιο επώδυνο: "τεμπέλικο, αδέξιο, ντροπή, αξιολύπητο, αδύναμο, κωμικό και άσχημο" στο αλμπατρός του Μποντλέρ, "απογυμνωμένο, χωρίς φτερά, λάσπη, φρίκη, κρύο" στον βάτραχο του Κορμπιέρ, "κακοτράχαλο, βλακώδες, ασάλευτο, μοναξιά, βλακεία" στο μαραμπού του Καββαδία. Στην ίδια κατηγορία πιστεύω ότι εντάσσεται και το ποίημα "Οι γάτες των φορτηγών" από το Μαραμπού. 

Οι συγγένεια του ποιήματος "Μαραμπού" όμως με το "Αλμπατρός" του Μποντλέρ είναι προφανής. Στους στίχους του Μποντλέρ το ιδανικό κι ωραίο, όταν πετά, αλμπατρός καταντά περίγελος των ναυτών όταν περπατά αδέξια στο κατάστρωμα. Βλέπει σε αυτήν την ντροπιαστική κωμικότητα μια ειρωνική ομοιότητα με τον ποιητή: όσο ελεύθερος κι ατρόμητος είναι στην ποίηση, τόσο μόνος κι αταίριαστος μοιάζει στην κοινωνία. Ο Καββαδίας στο "Μαραμπού" μιλά σε πρώτο πρόσωπο πότε "δόκιμος" και πότε ποιητής. Πλέκει μιαν ιστορία στην οποία κατακρημνίζει έναν ιδανικό πλατωνικό έρωτα μέσα στο αλκοόλ και την πορνεία. Νιώθει μόνος, "θανατερά" πληγωμένος και γελασμένος από την μοίρα. Ένα πουλί μαραμπού του μοιάζει "στην μοναξιά και στην βλακεία". 

Είναι φανερό ότι η επιλογή του Μαραμπού υπηρετεί την ένταξη της ποίησης του νεαρού Καββαδία σε μια παράδοση που τον γοητεύει και τον εμπνέει και, φυσικά, σε κάποιο βαθμό και την μιμείται, αντλώντας ύφολογικά χαρακτηριστικά και θεματολογία από αυτήν.

Αναζητώντας το θαύμα της ποίησης

Όταν η λογοτεχνία εκφράζει κάτι με τόσο σαφή τρόπο που αγγίζει τα βαθύτερα βιώματα του αναγνώστη, φαντάζει άδικο η πηγή της να είναι η φαντασία. Πως μπορεί κάποιος να πει τόσο όμορφα, τόσο ακαίρια κάτι που ένιωσα, έζησα ή θα ήθελα να ζήσω κι εγώ; Δεν αρκεί η φαντασία, το ταλέντο, ούτε καν η ιδιοφυΐα. Χρειάζεται το βίωμα. Αυτό μας ενώνει με το συγγραφέα. Θέλουμε να έχει ζήσει αυτά που γράφει*. Τότε απολαμβάνουμε μια ιδιότυπη αλήθεια, φιλτραρισμένη από μια μυθική εκδοχή της πραγματικότητας. 

Αυτή η απόλαυση μας οδηγεί να "πλάσουμε" στην φαντασία μας τον ποιητή σαν έναν από τους ήρωές μας.

Για τον Καββαδία έχουν λεχθεί τόσα πολλά, αλλά όποιος ασχοληθεί με το έργο του θα μάθει σύντομα ότι η πηγή της έμπνευσής του είναι λόγια. Ότι οι ιστορίες του - ειδικά στο "Μαραμπού" - είναι πλεγμένες πάνω σε αφηγήσεις διαφόρων ναυτικών που άκουγε ακόμη πριν μπαρκάρει ως "ιδανικός κι ανάξιος εραστής" των γαλάζιων πόντων. Ότι η ποίησή του είναι κατάμεστη από τις επιρροές των Γάλλων "καταραμένων" και άλλων ποιητών που θαύμαζε. 

Κι επίσης πως ο Καββαδίας ανακάλυψε νωρίς, ότι η μόνη αληθινή φυγή είναι στην ποίηση**.





* Murathan Mungan: Τα αερικά του Πάρα, εκδόσεις Scripta.
** Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: Μύθος και ποιητική του «ταξιδιού». Νίκος Καββαδίας και άλλοι, εκδόσεις Έρασμος, Αθήνα 1990.


Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Χόρχε Λουίς Μπόρχες και μετά...

Όταν πρωτοδιάβασα Μπόρχες πρέπει να ήμουν φοιτητής. Ήταν μια τεράστια ανακάλυψη για μένα. Ένας ολόκληρος καινούργιος κόσμος στον οποίο μπορούσες να μπεις όπως ή Αλίκη στον καθρέπτη, να συναντήσεις τον ίδιο τον Μπόρχες ανάμεσα σε όντα πρωτόγνωρα κι ονειρευτές, να ξετυλίξεις μαζί του τα νήματα που πλέκουν τις ανθρώπινες ιστορίες μεταξύ τους, να ψηλαφίσετε με μάτια κλειστά και χέρια γυμνά το μυστήριο, να περιπαίξετε την "α-λήθεια", να αιωρηθείτε στο άπειρο σαν φλόγες ανάμεσα σε δυο παράλληλους καθρέπτες και να παίξετε κρυφτό στις δαιδαλώδεις σπείρες της βιβλιοθήκης του. Ανακάλυψα νοήματα που κρύβονταν βαθιά μέσα στην χαρά της ανάγνωσης κι έμαθα να επικοινωνώ με τον συγγραφέα, να τον συναισθάνομαι και να μου μιλά. Γίνομαι έτσι κι εγώ ένας από τους χαρακτήρες του, δημιούργημά του και ταυτόχρονα δημιουργός του.

Ο Μπόρχες ήταν ένας μαιτρ της διαλεκτικής του μύθου, εκείνης της δυαδικής, που εμμένει πάντα στην παράδοξη κυκλικότητα της σύζευξης των αντιθέτων. Οπαδός του μοιραίου και λάτρης της σύμπτωσης. Και είναι και ο υπέρτατος υμνητής του παιχνιδιού, της φαντασίας και της δημιουργικότητας χωρίς σύνορα και χωρίς χρόνο. Το έργο του είναι η κιβωτός της λογοτεχνίας ως ανθρώπινης δραστηριότητας μέσα στον κατακλυσμό της κατακερματισμένης έκφρασης ανύποπτων κι αδιάλλακτων με την ιστορία ατομικοτήτων. 


Ο Μπόρχες έχει επηρεάσει και εμπνεύσει πολλούς συγγραφείς. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας κάποια από τα βιβλία που διάβασα τα τελευταία χρόνια και είχαν άμεση αναφορά σε αυτήν του την επιρροή.




Carlos Maria Dominguez: Το χάρτινο σπίτι, εκδόσεις Πατάκη 2006.

Ο Carlos Maria Dominquez είναι αργεντινός, γεννημένος στο Μπουένος Άιρες, αλλά ζει εδώ και 25 περίπου χρόνια στην Ουρουγουάη. Το βιβλίο αυτό έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες κι έχει αποσπάσει πολλά βραβεία. Και πραγματικά το αξίζει. 

Πρόκειται για μια ιστορία με συμβολικούς χαρακτήρες, που καταπιάνεται με το διάβασμα, τη λογοτεχνία, τις βιβλιοθήκες και τα βιβλία. Διακρίνεται ήδη η επιρροή της μπορχικής θεματικής. Ο συγγραφέας κινείται στους δαιδαλώδεις λαβυρίνθους της λογοτεχνίας και βάζει τους ήρωές του να υποκινούνται στην πραγματική τους ζωή από τα αναγνώσματά τους και τα βιβλία τους.     

Η Bluma, καθηγήτρια της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας στο Cambridge, σκοτώνεται από ένα αυτοκίνητο στο δρόμο ενώ διαβάζει περπατώντας στίχους της Emily Dickinson. Ένα μήνα αργότερα ο αφηγητής της ιστορίας, ο οποίος είναι διάδοχός της στη σχολή και πρώην ερωτικός της σύντροφος, λαμβάνει ένα δέμα από το Μπουένος Άιρες που προορίζεται για εκείνη. Μέσα υπάρχει ένα ταλαιπωρημένο και γεμάτο τσιμέντα αντίτυπο της "Γραμμής της Σκιάς" του Joseph Conrad με μια ιδιόχειρη αφιέρωση της νεκρής προς κάποιον Carlos (όπως ο συγγραφέας) για τις τρελές μέρες τους στο Μοντερρέυ και τα λόγια: "Ποτέ δεν θά 'κανες κάτι που θα μπορούσε να με ξαφνιάσει".

Ο αφηγητής ταξιδεύει στο Μπουένος Άιρες και ακολουθεί μέχρι το Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης τα βήματα του Carlos Brauer σε παλαιοβιβλιοπωλεία, ανάμεσα σε συλλέκτες και βιβλιόφιλους. Ο Carlos, βιβλιόφιλος ο ίδιος, έχει  συλλέξει μέσα στα χρόνια μια τεράστια βιβλιοθήκη και έχει καταφέρει να ταξινομήσει τα χιλιάδες πολύτιμα βιβλία του όπως ακριβώς θέλει. Χάνει όμως, κατά λάθος, τον κατάλογο ταξινόμησης. Η βιβλιοθήκη του γίνεται ένας λαβύρινθος. Είναι πρακτικά αδύνατο να ανακαλύψει οτιδήποτε μέσα στα ράφια του και τρελαίνεται. Μισθώνει φορτηγά ολόκληρα, μεταφέρει όλα εκείνα τα βιβλία - ολόκληρη τη ζωή του - στο Μοντεβίδεο και σε κάποια παραλία χτίζει κυριολεκτικά ένα σπίτι από τσιμέντο και βιβλία και μένει μέσα του. Στέλνοντάς στην Bluma πίσω το βιβλίο που του χάρισε ως πλίνθο από το σπίτι του, κάνει κάτι που "ξαφνιάζει", όπως η Emily Dickinson, που όσο ζούσε ήταν μια ανέραστη μισότρελη γεροντοκόρη, για να αποδειχτεί μετά το θάνατό της μια φλογερή ποιήτρια.

Ο συγγραφέας μας οδηγεί μέσα από ένα πλήθος ιστορίες για βιβλία και εκδόσεις για συγγραφείς και βιβλιοθήκες αναμιγνύοντας το φανταστικό με την πραγματικότητα. Αποφθέγματα, τίτλοι, ονόματα συνδέονται αχρονικά, συνειρμικά ή συστηματοποιούνται γύρω από εκδοτικά χαρακτηριστικά και πρακτικές ανάγνωσης. Οι επιρροές του είναι πολλές. Πρόκειται για έναν γνώστη και αληθινό εραστή της λογοτεχνίας - εργάζεται άλλωστε και σαν κριτικός. Η επιρροή του Μπόρχες διαφαίνεται από τις αναφορές στην κλασσική λογοτεχνία, τη γοητεία των βιβλιοθηκών, στην περιπλάνηση στους κόσμους της ανάγνωσης, στα παιχνίδια της ανάμιξης του φανταστικού με το πραγματικό,  στην αναζήτηση του τυχαίου και του μοιραίου. 


Τέλος, ο Dominquez βάζει το αντίτυπο της "Γραμμή της Σκιάς", που χάρισε η Bluma στον Carlos να έχει εκδοθεί το 1946 από τον οίκο Emece του Μπουένος Άιρες, στη σειρά "La Puerta de Malfil" (Φιλντισένια Πύλη), την οποία όντως εκείνη την εποχή διηύθυναν ο Μπόρχες με τον Κασάρες.    



Rhys Hughes: Η νέα ιστορία της ατιμίας, Πόλις 2007.

Ο Rhys Hughes είναι Ουαλός συγγραφέας με πολλές όμως διεθνείς επιρροές, μεταξύ των οποίων φυσικά και ο Μπόρχες. "Η παγκόσμια ιστορία της ατιμίας" είναι το δημοφιλέστερο βιβλίο του Μπόρχες και θεωρείται το πρώτο (εκδόθηκε το 1935) που εγκαινίασε το κίνημα που αργότερα ονομάστηκε "μαγικός ρεαλισμός". Εδώ ο Μπόρχες γράφει τις βιογραφίες ιστορικών προσωπικοτήτων - αληθινών εγκληματιών - κατά το δοκούν: παραποιεί ή και εφευρίσκει τις πηγές του, ακόμα και αυτούς τους ίδιους τους συγγραφείς τους! Επίσης πλαισιώνει αυτές τις βιογραφίες με το πρώτο του διήγημα καθώς και με μια συλλογή κειμένων που αποδίδει ψευδώς σε υπαρκτούς συγγραφείς ή σε φανταστικούς σαν να ήταν αληθινοί.

Ο Rhys Hughes έγραψε τη συνέχεια αυτού του μνημείου φαντασίας και του πήρε, ούτε λίγο ούτε πολύ δέκα χρόνια. Μια "οδύσσεια" όπως λέει και ο ίδιος στο πρόλογό του στην ελληνική έκδοση. Εδώ ο συγγραφέας συμπληρώνει την έκθεση από ατιμίες με επτά ακόμη δείγματα, την πλαισιώνει με ένα διήγημα παρωδία του αντίστοιχου μπορχικού και προσθέτει μια συλλογή από κείμενα, που επίσης αποδίδει σε υπαρκτούς συγγραφείς, αλλά και στον φανταστικό Χέρμπερτ Κουέιν που είχε εφεύρει ο ίδιος ο Μπόρχες. Τέλος προσθέτει μια σειρά από δικά του διηγήματα με τίτλο "Borgesiana". Αυτή η προσθήκη είναι που κάνει και μοναδική την ελληνική έκδοση, αφού όπως λέει στο σημείωμά του ο μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης προήλθε μέσα από τις διαπραγματεύσεις του με τον συγγραφέα. Ειδικά δε το διήγημα "Σχήματα αεί Κρήτες" έχει εκδοθεί μόνο στα ελληνικά και μόνο σε αυτή την έκδοση. 


Πρόκειται για ένα απολαυστικό βιβλίο.




Alejandro Zambra: Μπονσάι, εκδόσεις Πατάκη 2007.

Ο χιλιανός Αλεχάντρο Σάμπρα είναι σχετικά νέος ηλικιακά. Είναι κριτικός λογοτεχνίας και διδάσκει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Diego Portales του Σαντιάγκο. Το "Μπονσάι", παρόλο που είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, γνώρισε εγκωμιαστική αποδοχή αποσπώντας το Μεγάλο Βραβείο των Χιλιανών Κριτικών το 2006 και το αναγνωστικό κοινό τόσο στη Χιλή όσο και διεθνώς.


Ο τίτλος παραπέμπει στη φιλοσοφία τη λογοτεχνίας που ενέπνευσε ο Μπόρχες. Στην εισαγωγή της πρώτης συλλογής διηγημάτων που εξέδωσε, "Ο Κήπος με τα Μονοπάτια που Διακλαδώνονται", ο Μπόρχες αναφέρει: "Είναι μεγάλη τρέλα και άσκοπο να γράφει κανείς τεράστια βιβλία – αναπτύσσοντας σε 500 σελίδες μια ιδέα η οποία μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί σε πέντε λεπτά κουβέντας. Το καλύτερο πράγμα είναι να προσποιείσαι ότι αυτά τα βιβλία ήδη υπάρχουν και να δίνεις μια σύνοψη ή κάποιο σχόλιο." Όπως το μπονσάι είναι η μινιατούρα ενός ώριμου και μεγάλου δέντρου, έτσι και αυτή η νουβέλα έχει γραφτεί σαν μια περίληψη ενός μεγάλου μυθιστορήματος. Και σαν γνήσιος μπορχίστας ο συγγραφέας βάζει κάπου τον ήρωά του να προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα με τίτλο "Μπονσάι" και τελικά να πουλά την βιβλιοθήκη του για να αγοράσει βιβλία σχετικά με την τέχνη του μπονσάι και να φτιάχνει ένα αληθινό.

Κι όπως αναφέρει μέσα ο συγγραφέας: "ένα μπονσάι είναι ένα καλλιτεχνικό αντίγραφο ενός δέντρου σε μικρογραφία. Αποτελείται από δύο στοιχεία: το ζωντανό δέντρο και το δοχείο. Τα δυο στοιχεία πρέπει να βρίσκονται σε αρμονία (...)".

Το "δοχείο" εδώ είναι το ελλειπτικό κείμενο που αφηγείται μια "ζωντανή", καταιγιστικά πυκνή ιστορία. Μια ιστορία αγάπης και απώλειας, εγγύτητας και απόστασης, συνύπαρξης και μοναξιάς.
  
Σας παραθέτω την αρχή της υπέροχης αυτής νουβέλας:
"Στο τέλος εκείνη πεθαίνει κι εκείνος μένει μόνος, αν και στην πραγματικότητα είχε μείνει μόνος πολλά χρόνια πριν πεθάνει εκείνη, η Εμίλια. Ας πούμε πως εκείνη λέγεται ή λεγόταν Εμίλια και πως εκείνος λέγεται, λεγόταν και εξακολουθεί να λέγεται Χούλιο. Χούλιο και Εμίλια. Στο τέλος η Εμίλια πεθαίνει και ο Χούλιο δεν πεθαίνει. Τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία:" και μετά συνεχίζει το κείμενο.

Εμπνευσμένος από τον Μπόρχες, ο συγγραφέας παίζει συχνά και επιτηδευμένα με τον αναγνώστη πότε αφήνοντάς τον να συνεπαίρνεται από την ιστορία και πότε αναδεικνύοντας την τέχνη της αφήγησης. Ο αναγνώστης πότε διαβάζει μια ιστορία που έχει ήδη βιωθεί και πότε συμμετέχει στο μυστήριο της δημιουργίας της εν δράσει. Πότε ταυτίζεται με τους ήρωες και πότε με τον συγγραφέα.

Η δε ιστορία είναι τόσο σύγχρονη που μπορεί να απευθύνεται σε προσωπικά βιώματα του καθενός μας.





Luis Fernando Verissimo: Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουραγκοτάγκοι, Άγρα 2007.

Ο υπερεβδομηντάχρονος Luis Fernando Verissimo δεν μεταφράζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Θεωρείται ένας από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς της Βραζιλίας, αν και πρόκειται για έναν πολυτάλαντο άνθρωπο που έχει διακεκριμένη πορεία και ως δημοσιογράφος, μεταφραστής, χρονογράφος, διαφημιστής, χιουμορίστας, καρτουνίστας ακόμη και ως μουσικός.

"Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουραγκοτάγκοι" είναι ένα ευφάνταστο αστυνομικό μυθιστόρημα και ταυτόχρονα μια λογοτεχνική σπαζοκεφαλιά. Είναι επίσης ένας φόρος τιμής στον Μπόρχες, τον οποίο ο συγγραφέας έχει διαβάσει συστηματικά και έχει αγαπήσει πολύ. 


Κατ' αρχάς, ο ίδιος ο Μπόρχες ήταν λάτρης του αστυνομικού μυθιστορήματος και έχει συγγράψει, μάλιστα, κάμποσα μαζί με το φίλο του Αδόλφο Μπιόι Κασάρες (συχνά κάτω από το ψευδώνυμο Μπούστος Ντομέκ).


Ακόμη και αυτός ο τίτλος είναι ένα αίνιγμα με τρεις σημασίες - που αντλούνται από τις θεματολογίες του Μπόρχες. Για παράδειγμα, ο "αιώνιος ουραγκοτάγκος" είναι μια ιδέα του John Dee (ενός πανεπιστήμονα, αλχημιστή και ερμητικού φιλόσοφου του 16ου αιώνα) σύμφωνα με την οποία ένας ουραγκοτάγκος εφοδιασμένος με αρκετή γραφική ύλη, άπειρο χρόνο και επιφάνεια, ανάμεσα σε αυτά που θα έγραφε, θα κατάφερνε να γράψει και όλα τα γνωστά βιβλία στην ιστορία. Oι άλλες δύο σημασίες αποκαλύπτονται επίσης σταδιακά στο κείμενο.


Ο κεντρικός ήρωας είναι μεταφραστής και συγγραφέας (όπως κι ο Μπόρχες) από το Πόρτο Αλέγκρε (όπως και ο ίδιος ο Verissimo) και, φυσικά, μεγάλος θαυμαστής του Μπόρχες. Ο Μπόρχες εδώ είναι δευτερεύων ήρωας, ο οποίος εμπλέκεται σε ένα έγκλημα σε ένα κλειστό δωμάτιο, το οποίο συνέβη κατά τη διάρκεια ενός φιλολογικού συνεδρίου στο Μπουένος Άιρες σε μια χρονολογία που εκείνος ήταν ακόμη ζωντανός. Το κλειστό δωμάτιο και ο ουραγκοτάγκος παραπέμπουν σε ένα διάσημο διήγημα ("Οι φόνοι της οδού Μοργκ") του Edgar Allan Poe, του πρώτου που έγραψε αστυνομικές ιστορίες και ο οποίος αποτελεί και μια μεγάλη αγάπη του ίδιου του Μπόρχες. Ο ήρωας βρίσκεται στην ευτυχή θέση να συνομιλεί με τον Μπόρχες ψάχνοντας τη λύση στο αινιγματικό έγκλημα. Το όλο βιβλίο είναι γραμμένο με τη μορφή γράμματος ή σημειώσεων, που υποτίθεται ότι έστειλε ο ήρωας στον Μπόρχες μετά το τέλος του συνεδρίου ζητώντας του να γράψει εκείνος όποιον επίλογο προτιμά. Ο Μπόρχες δέχεται το ρόλο του συγγραφέα, αφού συναινεί να γράψει το τέλος, αλλά αποτελεί και ήρωα της πλοκής, αφού επιλύει το μυστήριο. 

Για ευνόητους λόγους δεν θέλω να σας αποκαλύψω περισσότερα από την πλοκή.

Ίσως πρόκειται για το πιο διασκεδαστικό από τα τέσσερα βιβλία, αφού το δαιδαλώδες παιχνίδι του συγγραφέα με τους μπορχικούς μύθους πλέκεται τόσο αριστοτεχνικά, που σε κάθε βήμα υπάρχει και κάτι να ανακαλυφτεί από τον αναγνώστη.